Κ.ΚΑΣΤΟΡΙΑΔΗΣ - Ένας θεσμός τερατώδης...

Το παρακάτω απόσπασμα είναι από το βιβλίο του Κορνήλιου Καστοριάδη "Το Επαναστατικό πρόβλημα σήμερα", από τις εκδόσεις Υψιλον (σελ. 35).


Ας πάρουμε τώρα ένα άλλο θέμα, το θέμα της εκπαίδευσης. Από τότε που σκέφτομαι αυτά τα ζητήματα, νομίζω πως το σχολείο - η εκπαίδευση με την έννοια με την οποία έγινε χωριστός κλάδος της κοινωνικής ζωής σ' όλες τις λεγόμενες "ιστορικές" κοινωνίες, δηλαδή από τότε που ιδρύθηκε το κράτος - είναι ένας καταπιεστικός θεσμός, συνυφασμένος με την καταπιεστική και αλλοτριωτική φύση της κοινωνικής οργάνωσης.

Αν το σκεφτεί κανείς ξεχνώντας τις προλήψεις του, το σχολείο είναι ένας θεσμός τερατώδης. Το παιδί μπαίνει επί Χ χρόνια μέσα σ' ένα τεχνητό κόσμο, ακίνητο σ' ένα θρανίο, ανάμεσα σε τέσσερις τοίχους, υποχρεωμένο να μάθει πράματα που του είναι, στο μεγαλύτερό τους μέρος, ξένα, άχρηστα, αδιαφόρετα. Υποβάλλεται στη σχέση παθητικότητας, που αναφέραμε πριν απέναντι σε κάποιον που του χώνει μέσα του γνώσεις. Υφίσταται ένα πλήρη χωρισμό της σωματικής του και της πνευματικής του δραστηριότητας, έναν κερματισμό - στον οποίο τα προγράμματα προσθέτουν μερικά γελοία καλλωπιστικά: 1 ώρα Γυμναστική, 1 ώρα Χειροτεχνία κτλ. Το αποτέλεσμα είναι πως βγαίνει απ' το σχολείο ένας μισερός άνθρωπος, που δεν θα 'πρεπε, αν το πνεύμα του συστήματος, των προγραμμάτων κτλ. είχε επικρατήσει, ούτε γράμματα να ξέρει, ούτε σώμα να έχει. Αν έχει ακόμη σώμα, κι αν έμαθε μερικά γράμματα, το χρωστάει στην αντίστασή του απέναντι στο σύστημα, τα προγράμματα κτλ.

Ας κοιτάξουμε τώρα τις λεγόμενες αρχαϊκές (άγριες) κοινωνίες. Μιλούσαμε προηγουμένως για την κατασκευή του ανθρώπινου ατόμου σαν βασικού κοινωνικού εργαλείου ∙ με άλλα λόγια, για το πρόβλημα που έχει να λύσει κάθε κοινωνία, πώς οι καινούργιες γενιές θα αφομοιώσουν ικανοποιητικά το σύνολο των θεσμών, με τη γενικότερη έννοια, που υπάρχουν: ιδέες, γνώσεις, κανόνες συμπεριφοράς, νόμοι, γλώσσα, έθιμα, θρησκεία, εργαλεία κτλ. κτλ. Αυτό το ασύλληπτο πρόβλημα, όλες οι άγριες κοινωνίες το λύνουν χωρίς σχολείο. Το παιδί, μεγαλώνοντας και συμμετέχοντας βαθμιαία στις δραστηριότητες των ενηλίκων, αφομοιώνει σταδιακά τις γνώσεις, τα έθιμα, τους κανόνες κτλ. της φυλής ή της ομάδας. Σε παρένθεση, όταν μιλάω για γνώσεις, εννοώ γνώσεις και "διανοητικές" που στην περίπτωση των αγρίων ήταν τεράστιες, και πιθανό "περισσότερες" απ' τις δικές μας (απ' όσες έχει το μέσο άτομο της σημερινής κοινωνίας). Ένας άγριος ξέρει να ξεχωρίζει ίσως 10.000 φυτά και ζώα, πουλιά και ψάρια, τις ιδιότητές τους και τις συνήθειές τους κτλ. (Εμείς μαθαίνουμε μερικές χρονολογίες μαχών, που κατά κανόνα ξεχνάμε). Κι ένας άγριος ξέρει όλες τις πονηριές της κυνηγετικής, πολεμικής και πολιτικής τέχνης που διαθέτει η φυλή του ∙ έχει περίπου μια συνολική γνώση και εποπτεία της κοινωνίας όπου ζει, της οργάνωσης και της λειτουργίας της. (Ποιος σημερινός "πολιτισμένος" θα μπορούσε να το πει αυτό;)

Τι σημαίνει αυτό; Ότι οι αρχαϊκές κοινωνίες έλυναν το πρόβλημα της "εκπαίδευσης", με τη γενικότερη έννοια, χωρίς να χωρίζουν - κι ακριβέστερα: με το να μη χωρίζουν - την εκπαίδευση απ' τη ζωή του παιδιού. Η εκπαίδευση είναι χωνεμένη μέσα στη ζωή του παιδιού. Το παιδί μεγαλώνει αναπτύσσοντας τις σωματικές του ικανότητες, τις τεράστιες δεξιότητες και τις γνώσεις του, χωρίς να χρειάζεται να βγει απ' τον κοινωνικό γενικό χώρο, και να μπει σ' έναν ειδικό, χωρισμένο, τεχνητό χώρο - σε ένα είδος φυλακής, όπως είναι το σχολείο.

Ξέρουμε, συνεπώς, ότι το πρόβλημα της "εκπαίδευσης" επιδέχεται άλλες λύσεις απ' τις σημερινές - όπως αυτή των "αγρίων". Ξέρουμε επίσης, ότι η σημερινή λύση κουτσουρεύει τον άνθρωπο. Τον τεμαχίζει σε δύο ανάπηρα ημίση ανθρώπου, τόσο κακοχασαπισμένα που είναι περίπου αδύνατο να ξανακολλήσουν ποτέ σωστά. Ξέρουμε, εν τέλει, πως αυτό το σύστημα εκπαίδευσης βρίσκεται σήμερα σε βαθιά κρίση, που είναι η ίδια έκφραση και στιγμή της γενικής κρίσης της κοινωνίας.

Εγώ λοιπόν ισχυρίζομαι πως μια λύση του προβλήματος της εκπαίδευσης που να ανταποκρίνεται στον προσανατολισμό μιας ελεύθερης αυτοδιευθυνόμενης κοινωνίας, θα ήταν πολύ πλησιέστερη προς τη λύση των "πρωτογόνων" παρά προς τη λύση των "πολιτισμένων" κοινωνιών. Θα συνεπήγετο την εκ νέου απορρόφηση της εκπαιδευτικής λειτουργίας απ' την κοινωνική ζωή του παιδιού. Θα στηριζόταν στη βαθμιαία συμμετοχή των παιδιών στις "σοβαρές" λειτουργίες της κοινωνίας (και στην εργασία), και θα ανέπτυσσε την ευθύνη των παιδιών ∙ αντίθετα με την ανευθυνότητα, που καλλιεργείται σήμερα ως τα 15, 20 και 25 ακόμα χρόνια, και που είναι μοιραίο αποτέλεσμα, του ότι, ως τότε, το παιδί δεν έχει να κάνει τίποτα άλλο παρά να "μάθει", παθητικά.

Ακόμα σήμερα, σε μερικά δικά μας χωριά, το παιδί 6-7 ετών ενός ψαρά πηγαίνει με τον πατέρα του στο ψάρεμα και σιγά-σιγά μαθαίνει. Φυσικά, αυτό γίνεται συχνά σε σκληρές συνθήκες και κάτω από την πίεση της φτώχειας. Αυτό δεν εμποδίζει το παιδί να αισθάνεται πολύ διαφορετικά απ' ότι ένα παιδί της πόλης ευνουχισμένο. Σ' αυτό το πρόβλημα, της σχέσης του παιδιού και της εκπαίδευσής του με την κοινωνική ζωή, τις λειτουργίες των ανθρώπων μέσα στην κοινωνία και ιδιαίτερα τη "σοβαρή" (αποτελεσματική) εργασία, το σύγχρονο εκπαιδευτικό σύστημα υποκρίνεται ότι απαντά με την "αγωγή του πολίτη" και... με το μάθημα της χειροτεχνίας, όπου τα παιδιά υποτίθεται ότι μαθαίνουν. π.χ. ξυλογλυπτική και φτιάνουν διάφορα απίθανα και άχρηστα αντικείμενα. Φυσικά τα παιδιά το αισθάνονται αυτό σαν γελοία απασχόληση και συνήθως (και δικαίως) κάνουν καζούρα. Αλλά δεν θα αισθανόντουσαν σαν γελοία απασχόληση το να πάνε για ψάρεμα, ή να επιδιορθώσουν και να συναρμολογήσουν π.χ. ένα ποδήλατο.

Νομίζω λοιπόν πως μπορούμε να πούμε σήμερα προς ποια κατεύθυνση μια καινούργια κοινωνία θα 'πρεπε να ζητήσει τη λύση του προβλήματος της εκπαίδευσης. Αλλά παρακάτω δεν μπορούμε να πάμε, γιατί θα πέφταμε κι εμείς οι ίδιοι στο γελοίο. Γιατί η ριζική αναμόρφωση της εκπαίδευσης έτσι που να πάψει να είναι χωριστός τομέας και χωριστή φάση της ζωής του ανθρώπου, η αναχώνεψή της μέσα στη συνολική κοινωνική ανάπτυξη του παιδιού κάτω απ' τις σύγχρονες συνθήκες προϋποθέτει τεράστιες αλλαγές, όχι μόνο στον "εκπαιδευτικό τομέα", αλλά στην οργάνωση της εργασίας, της παραγωγής, των πόλεων, του συνόλου της κοινωνικής ζωής.

Ας σταθούμε, π.χ. μια στιγμή στο ζήτημα της σχέσης της "εκπαίδευσης" και των πόλεων. Γεννιέται το ερώτημα αν είναι δυνατό να αναπτυχθούν "ανθρώπινοι άνθρωποι" μέσα στις σύγχρονες πόλεις. Κατ' αρχήν, η απάντησή μου είναι: όχι, δεν μπορούν. Τα παιδιά είναι πεταμένα πάνω σε μια έρημο ασφάλτου και μπετόν - και δεν ανήκουν σε καμία κοινότητα. Σ' αυτές τις συνθήκες, πώς θα ήταν δυνατό να λυθεί το πρόβλημα της σχέσης των ενηλίκων με τα παιδιά τους και με τα παιδιά των άλλων; Όταν λέμε ότι η ανατροφή και η εκπαίδευση των παιδιών πρέπει να είναι συνυφασμένη με τη ζωή τους, αυτό συνεπάγεται ότι όλοι οι ενήλικοι της κοινότητας έχουν μια πρόσφορη και υπεύθυνη στάση απέναντι στα παιδιά, οποιουδήποτε κι αν είναι. Δηλαδή, ότι όλη η κοινότητα βλέπει τα παιδιά σαν δικά της παιδιά ∙ όχι το δικό μου το παιδί και το δικό σου. Αλλά αυτό σημαίνει φυσικά επίσης και μια τεράστια μεταβολή στην ψυχική οργάνωση των ατόμων.
 

Επιστολή προς γονείς
& πάσης φύσεως κηδεμόνες [Μέρος 1ο].

Σας γράφω γιατί κάποτε μου εμπιστευθήκατε τα παιδιά σας. Θυμάστε; Μου τα εμπιστευθήκατε, όχι φυσικά για να τα κάνω καλύτερους ανθρώπους, όπως ίσως υπονοούν (και παραπλανούν) οι λέξεις «δάσκαλος», «καθηγητής», «παιδαγωγός» ή «εκπαιδευτικός» ∙ εφόσον βέβαια εκληφθούν ως τίτλοι τιμής και όχι ως επικυρωμένα φωτοαντίγραφα αντίστοιχων πτυχίων. Αυτό θα ήταν σίγουρα μια τιμή αναπάντεχη, ωστόσο προς έναν άνθρωπο ανάξιο να επωμιστεί τέτοιους ρόλους... επικούς. Τέτοιες τιμές, τις έχετε αναλάβει εξ’ ολοκλήρου εσείς, ως κηδεμόνες. Ή τουλάχιστον αυτή είναι η ψευδαίσθηση με την οποία προτιμάτε να κοιμάστε τα βράδια, πολλοί από σας, όσοι δηλαδή θεωρείτε ότι δέκα χαρτονομίσματα και πέντε συμβουλές προκάτ αρκούν για να διεκδικήσετε την ισόβια καταξίωση. Τι τα θέλετε; Σάμπως μας διδάσκει κανείς ποιος είναι ο σωστός τρόπος, ώστε να μεγαλώσουμε ένα παιδί;

Αλλά φυσικά, το μόνο που περιμένατε από μένα ήταν να καλλιεργήσω στα παιδιά σας, τουλάχιστον σε κάποιο βαθμό, τη μαθηματική σκέψη και μέθοδο. Κάποιοι πάλι από σας - ίσως περισσότερο προσγειωμένοι, ίσως λιγότερο φιλόδοξοι - περιμένατε απλά να τους υποδείξω τρόπους να προβάρουν πέντε-δέκα τυποποιημένες, μαθηματικές ατάκες για να «τη βγάλουν καθαρή», να «ξεγελάσουν» το σύστημα. Στην πραγματικότητα βέβαια κανείς δεν ξεγελά κανέναν, αφού το σύστημα δεν αξιώνει και τίποτα βαθύτερο από τη στείρα απομνημόνευση. Έτσι, παίζοντας ο καθένας όσο μπορεί καλύτερα τον δικό του «υποκριτικό» ρόλο (ο καθηγητής ότι διδάσκει πραγματικά, ο μαθητής ότι μαθαίνει πραγματικά, ο κηδεμόνας ότι στηρίζει πραγματικά και τέλος το κράτος ότι ανταμείβει πραγματικά) καταφέρνουμε να δώσουμε μιαν αξιοπρεπή παράσταση, σ’ αυτό το θέατρο σκιών που λέγεται «πανελλήνιες εισαγωγικές εξετάσεις».

Ίσως κάποιοι να με θυμάστε λίγο ζαλισμένο, σ’ εκείνη τη σοβαροφανή συγκέντρωση γονέων, ίσως πάλι σ’ εκείνο το αγχωμένο διάλειμμα μιας καθημερινής. Τότε που ήρθατε διστακτικοί κι ανήσυχοι, άλλοι από καρδιάς, άλλοι πάλι για τα μάτια του κόσμου ή γι’ άλλους λόγους προσωπικούς, να με ρωτήσετε για την πρόοδο του παιδιού σας. Ενός παιδιού που ελάχιστα γνωρίζατε συνήθως, αφού εκείνο που προσέχατε περισσότερο ήταν οι δικοί σας φόβοι ή τα δικά σας σχέδια για τη ζωή του. Έτσι λοιπόν, πόσες ελπίδες υπήρχαν ν’ αντιληφθείτε τι σημαίνει πραγματικά πρόοδος γι’ αυτό; ακόμα δηλαδή κι αν εγώ ή οποιοσδήποτε άλλος γνώριζε να σας το απαντήσει αυτό με υπευθυνότητα;

Όμως επειδή αυτά τα πράγματα δε γίνονται στον αληθινό κόσμο, επέλεγα κι εγώ να σας απαντώ με τα λόγια ακριβώς εκείνα, τα οποία περιμένατε ν’ ακούσετε: εξαιρετικό παιδί, με πολλές δυνατότητες, να διαβάζει λίγο περισσότερο στο σπίτι. Και πολλά άλλα τέτοια όμορφα, μεταξύ αποφαντικής προχειρότητας και παιδαγωγικής ημιμάθειας. Από μια μεριά φυσικά, δεν κορόιδευα κανέναν: αυτά πίστευα κι εγώ, όταν οι συνθήκες με ανάγκαζαν να υποδυθώ τον τυπικό ρόλο ενός φροντιστηριακού εκπαιδευτικού.

Υπήρχε όμως κι αυτή, η άλλη μεριά. Γιατί αν επιμένατε να σας απαντήσω ελεύθερος από ρόλους και ταμπέλες, αν σας ενδιέφερε ν’ ακούσετε εκείνο που πραγματικά ταλάνιζε τις σκέψεις μου και την καρδιά μου, τότε θα έπρεπε να κουβεντιάζουμε ώρες ατελείωτες, αν όχι ημέρες. Θα καθόμασταν και θα κουβεντιάζαμε με πραγματικό ενδιαφέρον για τη ζωή και τα όνειρα του παιδιού σας, για τη ζωή και τις διαψεύσεις τις δικές σας, για τη ζωή και τα οράματα τα δικά μου, για τη ζωή και τη δίνη ολάκερου αυτού του κόσμου, μέσα στον οποίο στροβιλιζόμαστε άπαντες κι ο οποίος περιμένει να υποδεχτεί το λατρευτό σας σπλάχνο, άλλοτε με ανοιχτές αγκάλες, συχνότερα όμως με προτεταμένους κυνόδοντες.

Όπως ήδη αναφέραμε όμως, αυτά τα πράγματα δε συμβαίνουν στον αληθινό κόσμο, στον κόσμο δηλαδή που ζούμε. Στον κόσμο αυτόν, εγώ θα συνεχίζω να είμαι ένας τυπικός μαθηματικός, επιφορτισμένος συχνά με τη γονεϊκή επιταγή να πιέζω για περισσότερο διάβασμα, εσείς θα συνεχίζετε να είστε οι τυπικοί κηδεμόνες εξαντλώντας τα όρια της φαντασίας σας σε ατάκες του τύπου «είσαι έτοιμος/η για αύριο παιδί μου;» ή «θα σου κόψω τις βόλτες/το internet» και τα παιδιά σας/μας θα συνεχίζουν να καταβάλλουν το ελάχιστο των δυνατοτήτων τους, παντελώς αδιάφορα, όντας αρκετά έξυπνα ώστε να αντιληφθούν ότι όλοι μουρμουράνε σα ζόμπι τα μάντρα «ΑΕΙ», «ΤΕΙ» και «περισσότερα λεφτά» και κανείς δε δίνει δεκάρα τσακιστή για την παιδεία, δεδομένου ότι κανείς δε δείχνει να συμπεριφέρεται σα να υπήρχε κάτι τέτοιο στην κατοχή του. Και δε μιλάμε φυσικά για τη σχολική παιδεία - προς θεού, αυτό κι αν είναι ουτοπία - αλλά για την άλλη, την παιδεία την ξεχασμένη, της καθημερινότητας.

Πολύ περισσότερο όμως κι από την παιδεία, κανείς τελικά δε φαίνεται να δίνει την παραμικρή σημασία για όλα όσα τα ίδια τα παιδιά θεωρούν σημαντικά στη ζωή τους. Έτσι, όλοι επιστρέφουμε κάποτε στα σπίτια μας «ικανοποιημένοι» με τους εαυτούς μας ή «ευχαριστημένοι» από ετούτο το μικρό θεατράκι που λάβαμε μέρος. Αυτή δηλαδή τη σύντομη μυθοπλασία της ενημέρωσης γονέων, τη γαρνιρισμένη με δόσεις υπερβάλλουσας έγνοιας, την κάπως γλυκόπικρη βεβαίως, αφού τελικά βασίζεται πάνω σε πραγματικά γεγονότα: τη ζωή των παιδιών σας και τη ζωή τη δική σας.

Πότε λοιπόν θ’ αποφασίσουμε ότι κουραστήκαμε να κλωθογυρίζουμε την ίδια καραμέλα, ανάμεσα στις οδοντοστοιχίες μας; Πότε λοιπόν θα κοντοσταθούμε απηυδισμένοι απ’ όλες αυτές τις τυπικές κουβέντες, όπου στην καλύτερη των περιπτώσεων ανταλλάσσουμε φτηνές κοινοτοπίες, χαμογελώντας ο ένας στον άλλο με ναρκισσιστική εμβρίθεια; Πότε θα παραδεχτούμε ότι η εποχή της αυθεντίας επτώχευσε από καιρό, ότι περισσότερο κι από μια βλοσυρή ματιά βοηθάει συχνά ένα χαμηλωμένο βλέμμα; Και δε μιλάμε φυσικά για το χαμήλωμα μιας αδήριτης ήττας ή μιας ανώριμης παράδοσης. Μιλάμε για το χαμήλωμα της ταπεινότητας, εκείνο που παραδέχεται την ημιμάθειά του, αν όχι την άγνοια. Εδώ μιλάμε για τα παιδιά σας, όχι για συνταγές μαγειρικής. Πώς θα καταφέρετε να γνωρίσετε αληθινά, έστω και το μικρό τους δαχτυλάκι, αν επιχειρήσετε να τα πλησιάσετε με βολικές κι ετοιματζίδικες απαντήσεις, αντί ερωτήσεων και ειλικρινούς απορίας; Πώς θα καταφέρετε να μάθετε το παραμικρό γι’ αυτά, αν δεν αποφασίσετε να μαθητεύσετε κι εσείς στη ζωή τους, όπως δασκαλίστικα απαιτείτε να μαθητεύσουν τα ίδια, σε πράγματα για τα οποία δεν καίγεται κανενός καρφάκι, ένα γύρω;

Τέλος πάντων, με τι μούτρα βγαίνω κι εγώ να μιλήσω για όλα ετούτα, άτεκνος και μαλθακός από τις δυσκολίες της ανατροφής, με άλλα λόγια άπειρος, θεωρητικός και φαφλατάς; Δεν πειράζει όμως. Στη χειρότερη των περιπτώσεων, θα με αποκηρύξετε ως ανόητο κι αιθεροβάμονα (ίσως μου κάνετε τη χάρη να με αποκαλέσετε ακόμη και ρομαντικό). Στην καλύτερη όμως, ίσως κρατήσετε κάτι χρήσιμο απ’ την επικριτική κι απαισιόδοξη ματιά μου. Έστω κι αν αυτό είναι η συνειδητή απόρριψή της. Έστω η μνήμη της και μόνο.

Τ. Σ. ΕΛΙΟΤ - Η Παιδεία έχει γίνει μια αφαίρεση

[ "Οι κάτοικοι του δυστυχισμένου αυτού αρχιπελάγους", γράφει ο Έλιοτ στα 1923 για τον πληθυσμό της Μελανησίας "πεθαίνουν κυρίως γιατί ο 'Πολιτισμός' που τους ανάγκασαν να δεχτούν, τους στέρησε από κάθε ενδιαφέρον για τη ζωή. Πεθαίνουν από καθαρή πλήξη. Όταν το κάθε θέατρο αντικατασταθεί από 100 κινηματογράφους, όταν το κάθε μουσικό όργανο αντικατασταθεί από 100 γραμμόφωνα, όταν το κάθε άλογο αντικατασταθεί από 100 φτηνά αυτοκίνητα, όταν γίνει βολετό για το κάθε παιδάκι, με τη βοήθεια των ηλεκτρικών εφευρέσεων, ν' ακούει τα παραμύθια της γιαγιάς του από ένα μεγάφωνο, ... δε θα είναι διόλου εκπληκτικό αν ο πληθυσμός ολόκληρου του πολιτισμένου κόσμου ακολουθήσει γρήγορα την τύχη των Μελανησίων." - άπό Γ. Σεφέρη, Δοκιμές, τ. Α' ]

Είναι δυνατόν η διάθεση για μόρφωση να είναι μεγαλύτερη εκεί όπου υπάρχουν δυσκολίες για την απόκτησή της - δυσκολίες όχι ανυπέρβλητες αλλά που μπορεί να υπερνικηθούν μόνο με ορισμένες θυσίες και στερήσεις.

Εάν αυτό είναι έτσι, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι όταν οι περιστάσεις είναι ευνοϊκές για την παιδεία οδηγούν σε μια αδιαφορία γι' αυτήν· και ότι η παγκόσμια επιβολή της παιδείας ως τα χρόνια της ωριμότητας μοιραία θα δημιουργήσει μια εχθρική διάθεση απέναντί της. Ένας υψηλός μέσος όρος γενικής μόρφωσης είναι ίσως κάτι λιγότερο απαραίτητο σε μια πολιτισμένη κοινωνία απ' ό,τι είναι ο σεβασμός για τη μάθηση...

Αντί να επιχειρούμε ν' αποδείξουμε την αξία της αμφίβολης υπόθεσης ότι οι νέοι δεν μπορεί παρά να ωφεληθούν απ' όσα το δυνατόν περισσότερα χρόνια διδασκαλίας μπορούμε να τους δώσουμε, καλύτερα θα ήταν να παραδεχθούμε ότι οι συνθήκες ζωής στη σύγχρονη βιομηχανική κοινωνία είναι σε τέτοιο βαθμό αξιοθρήνητες, και οι ηθικές αναστολές έχουν σε τέτοιο βαθμό εξασθενήσει, που δεν μπορούμε παρά να παρατείνουμε τη σχολική διδασκαλία των νέων απλώς και μόνο επειδή δεν ξέρουμε πια τι να κάνουμε για να τους σώσουμε. Αντί να συγχαίρουμε τον εαυτό μας για την πρόοδό μας, κάθε φορά που το σχολείο αναλαμβάνει ακόμη μία ευθύνη που ως τώρα είχαν οι γονείς, θα ήταν ίσως καλύτερα να παραδεχθούμε ότι έχουμε φθάσει σ' ένα στάδιο πολιτισμού στο οποίο η οικογένεια είναι ανεύθυνη, ή ανεπαρκής, ή ανίσχυρη· στο οποίο δεν μπορεί να περιμένει κανείς από τους γονείς ν' αναθρέψουν τα παιδιά τους σωστά· στο οποίο πολλοί γονείς δεν έχουν αρκετά χρήματα για να τα διαθρέψουν όπως πρέπει, και δεν θα ήξεραν πώς, κι αν ακόμη είχαν τα μέσα...

Θα ήταν ανακριβές να πει κανείς για ένα μέλος μιας πρωτόγονης κοινωνίας, για έναν έμπειρο αγρότη μιας οποιασδήποτε εποχής, ότι ήσαν ημιμαθείς ή κάτι λιγότερο από ημιμαθείς ή ότι η μόρφωσή τους ήταν ενός οποιουδήποτε άλλου κατώτερου επιπέδου. Η παιδεία με τη σύγχρονη έννοια εξυπονοεί μια κοινωνία στο στάδιο της αποσύνθεσης, όπου και έχουμε φθάσει στο σημείο να θεωρούμε ώς δεδομένο ότι πρέπει να υπάρχει ένα κριτήριο μόρφωσης, ανάλογα με το οποίο ο καθένας είναι απλώς περισσότερο ή λιγότερο μορφωμένος. Εξού και η παιδεία έχει γίνει μια αφαίρεση...

* * *

Ίσαμ' ένα σημείο, η θυσία ορισμένων δυνατοτήτων για να πραγματοποιηθούν άλλες, είναι ένας όρος της καλλιτεχνικής δημιουργίας, όπως και της ζωής γενικά. Στη ζωή, ο άνθρωπος που αρνιέται να θυσιάσει οτιδήποτε για να κερδίσει κάτι άλλο, καταλήγει σε μετριότητα ή αποτυχία· μόλου που, από την άλλη μεριά, υπάρχει ο ειδικός, που έχει θυσιάσει πάρα πολλά για πάρα πολύ λίγα, ή που είναι από τη φύση του ο τέλειος ειδικός ώστε δεν έχει τίποτα να θυσιάσει.

Σημειώσεις για τον ορισμό της κουλτούρας (μτφρ. Ν. Ησαΐα, Αθήνα 1980, αποσπάσματα από τις σελ. 125-6 και 131-2)
Επτά δοκίμια για την ποίηση (μτφρ. Μ. Λαϊνά, Αθήνα 1982, απόσπασμα από την σ. 67)

Παιδαγωγική αφυδάτωση...

Πάει το ξορκίσαμε, για δυο ακόμη χρόνια, ετούτο το κακό, ετούτη την πράσινη, σιχαμερή κατάρα των εξετάσεων του ΑΣΕΠ. Εκείνο, όμως, που δεν ξορκίζεται εύκολα είναι όλες αυτές τις διδακτικές μαλακίες, που είναι αναγκασμένος να απομνημονεύσει κανείς, προκειμένου να φανεί «καταρτισμένος», «πλήρης», «επαρκής». Άλλως ειπείν «πρόστυχος», «υποκριτής», «επαμφοτερίζων». Παπαγαλίζοντας σημαντικά ονόματα - κενά προσώπων - αποστηθίζοντας τις καθωσπρέπει ατάκες - ακάλυπτες ψυχικά - είμαστε ικανοί να υποδυθούμε τους απαιτητικότερους ρόλους, να ξεγελάσουμε την αυστηρότερη επιτροπή. Έτσι, προς μεγάλη μου θλίψη, διαπιστώνω καθημερινά πως εκεί έξω εξακολουθούν να κυκλοφορούν καθηγητές με «ειδικό βάρος»: εκπαιδευτικοί που δε σηκώνουν την κωλάρα τους από την έδρα (ίσως μόνο για εξαέρωση), που τολμούν να καπνίζουν μέσα στην τάξη (διακριτικά, βεβαίως, δίπλα στο ανοιχτό παράθυρο), που «την έχουν δει μαγκιά» και «κοντά στους νέους» να βωμολοχούν σα γριές πουτάνες, που παλεύουν να κάνουν ήσυχα κι ανώδυνα τη «δουλίτσα» τους, να «βγάλουν την ύλη», να «προχωρήσουν στο επόμενο κεφάλαιο», να προχωρήσουν, να προχωρήσουν, να...

Κάποτε, καταλήγουν επιτυχείς μα μονάχοι, σ’ ένα τόπο ξερό, άνυδρο, ερημωμένο. Δεν υπάρχει κανείς εκεί να επικροτήσει την αυτιστική τους αυτοθυσία. Σκοντάφτοντας, ακούνε μόνο την ηχώ από την περπατησιά τους και το πέρνουνε για χειροκρότημα. Υποκλίνονται και ψοφάνε, κάποτε, επίπεδοι σαν τηλεοπτικοί ήρωες. Όμως οι ύλη ολοκληρώθηκε, οι στόχοι επετεύχθησαν! Παρ’ όλα αυτά οι μαθητές απέτυχαν, κανείς δεν εκπλήσσεται κι ο κόσμος γυρίζει όμορφα, χωρίς ενόχους, χωρίς υπεύθυνους, παρά μόνον με εξιλαστήρια θύματα, αμήν! Δεν είναι πολλά, όλα αυτά τα ρημάδια της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης, δεν είναι όμως και λίγα. Παντού και πάντα, θα ανακαλύψεις και μια νέα, ιδιάζουσα περίπτωση. Ωστόσο, εκρίθησαν κάποτε «κατάλληλοι», «επαρκείς», «καταρτισμένοι». Φυσικά! Μαϊμουδίζοντας εγκυκλοπαιδικά λήμματα, έδειξαν ότι ξέρουν να φάνε μια μπανάνα, χωρίς να τους τρέχουν τα σάλια. Ωστόσο, κανείς δεν είναι εκεί, μέσα στην τάξη, όταν αποκαλύπτεται η αληθινή τους φύση, όταν πετούν όπου βρουν τις μπανανόφλουδες, όταν γεμίζουν τον κόσμο με τα απεκκρίματά τους.

Είναι προφανές πως τα ουσιαστικά ερωτήματα, που θέτει ο ΑΣΕΠ, παρακάμπτονται με ευκολία. Μόνο αν είναι κανείς ηλίθιος, δεν έχει αντιληφθεί ακόμη τη φιλοσοφία των παιδαγωγικών ερωτήσεων: για όλα υπεύθυνος είναι ο καθηγητής! Λες κι ο καθηγητής δεν είναι του κόσμου τούτου! Εξωγήινος κι υπερβατικός, κατήλθε στη γη μας σε ανύποπτο χρόνο, ανεπηρέαστος, άμωμος, αποστειρωμένος και παντοδύναμος, έτοιμος να σηκώσει στο σταυρό του ολόκληρη την κοινωνία μας. Πουθενά η πολιτική ευθύνη, οι γονείς, το ευρύτερο κοινωνικο–οικονομικό πλαίσιο. Ως συνήθης ύποπτος, παντού και πάντα, ο καθηγητής. Καταδικασμένος έτσι, στο θάλαμο αναγνώρισης υπόπτων, να αντικρύζει κατάματα μόνο το είδωλό του, αυτο–ενοχοποιημένος και γυμνός, όταν πίσω απ’ το ανακριτικό τζάμι, ολόκληρος ο θίασος των δολοφόνων, υψώνει το δάχτυλο εναντίον του. Αυτά είναι τα παιδαγωγικά του ΑΣΕΠ.

Από την άλλη, υπάρχουν και τα υπόλοιπα ερωτήματα: εγκυκλοπαιδικά, ιστορικά, φιλοσοφικά! Πήραμε τη διδασκαλία για τηλεπαιχνίδι. Κανείς δε σε ρωτάει αν αγαπάς αυτό που κάνεις, αν αγαπάς τα παιδιά, αν κατεβαίνεις από την έδρα και τ’ αντικρύζεις κατάματα σαν ίσος προς ίσους, αν τουλάχιστον τα σέβεσαι. Όμως, θεωρείσαι άξιος και ικανός, αν γνωρίζεις καλά τα παιδαγωγικά ιδεώδη της Αναγέννησης ή του Διαφωτισμού (σύμφωνα πάντα με τον αξιοσέβαστο Dilthey - Ντιλτάι), αν έχεις αποστηθίσει επαρκώς τα αποφθέγματα του Αριστοτέλη, του Έρβαρτου, του Κομένιου ή αν έχεις παπαγαλίσει, καταπίνοντας αναρίθμητες δόσεις χασμουρητών, τις θεωρίες περί διδακτικών στόχων του Mager (ή του κάθε Mager, για να μην προσβάλουμε κανένα ιερό τέρας της παιδαγωγικής επιστήμης).

Έτσι καταλήγουμε σε ερωτήματα, των οποίων η γελοιότητα, αν το καλοσκεφτεί κανείς, αγγίζει τα όρια του τραγικού. Ερωτάται, φερ’ ειπείν, ο υποψήφιος, με σοβαρότητα κι εμβρίθεια:


Δεν ξέρω για εσάς, ωστόσο, εγώ εξοργίζομαι από τη διατύπωση αυτού του ερωτήματος! Εξοργίζομαι από την συναισθηματική μιζέρια, από τη μούχλα του ετοιμοθάνατου που αποπνέει κάθε λέξη, κάθε σημείο στίξης και, συνεκδοχικά, η ψυχοσύνθεση των ανθρώπων, που επιφορτίζονται μέσα απ’ το δημοσιο–υπαλληλίστικο κιβούρι τους να με κρίνουν κατάλληλο ή ακατάλληλο να πατήσω το πόδι μου στην τάξη! Τουλάχιστον, δε χρειάστηκα ποτέ να διδαχτώ το... χαμόγελο! Μα δε συνειδητοποιείτε την κατάντια, λοιπόν; Το χαμόγελο δεν είναι πια χαμόγελο, παρά «θετικός ενισχυτής»! Δεν πηγάζει ανέμελα κι αυθόρμητα από τη συναστροφή μας με παιδιά που γελούν ανέμελα κι αυθόρμητα, αλλά αποτελεί μέρος στρατηγικής εκπαίδευσης, υπολογιστικής σκέψης, με άλλα λόγια αποτελεί ένα νεκρό προσωπείο, το οποίο επενδυόμαστε κατά βούληση.

Αυτό φαίνεται καθαρότερα πιο κάτω: «Η θετική έκφραση του προσώπου»! Εδώ ο συγγραφέας ξεμπροστιάζεται ανερυθρίαστα, απροκάλυπτα! Υπάρχει έστω και ένας υγιής ψυχικά άνθρωπος πάνω στον πλανήτη, που να μπορεί να μου εξηγήσει, χωρίς να λυθεί σε καγχασμούς, τι σημαίνει «θετική έκφραση του προσώπου»; Μα φυσικά και όχι! Γιατί δε σημαίνει τίποτε περισσότερο από μια γκριμάτσα, έναν μαϊμουδίστικο, έναν τρισάθλιο και γκροτέσκο μορφασμό! Μια γλοιώδη, άψυχη σύσπαση των μυών του προσώπου, η οποία δεν είναι σε θέση να ξεγελάσει κανέναν! Ίσως μονάχα τους αξιοθρήνητους εμπνευστές, ετούτης της γραφειοκρατικής παρωδίας που ονομάζουμε ΑΣΕΠ.

Ο χώρος δεν επαρκεί για μια εκτενέστερη ανάλυση, επιπλέον, του β. Τι να σχολιάσει κανείς, βεβαίως; Είναι φανερό, πως εξισώνει τα παιδιά με ινδικά χειρίδια ή με σκυλιά του Παβλόφ. Συνεκδοχικά, εξισώνει τον καθηγητή με ένα σωστό επαγγελματία επιστήμονα (χειρούργο κατά προτίμηση), ο οποίος στο τέλος της χρονιάς θα τραβήξει πέντα–δέκα γραμμές σ’ ένα διάγραμμα απόδοσης. Αν είναι ανοδικές θα μειδιάσει ικανοποιημένος απ’ το διδακτικό του έργο, αν είναι καθοδικές θα συνοφρυωθεί για την «κακή πάστα» παιδιών και το «χαμηλό φετινό επίπεδο». Κι αναρωτιέμαι αν όλοι αυτοί οι «ιδανικοί» καθηγητές, που φιλοδοξεί να κατασκευάσει ο ΑΣΕΠ, αν θα ήταν ποτέ σε θέση να γνωρίσουν, ν’ αγγίξουν έστω κι έναν άνθρωπο στη ζωή τους.

Περιττό να αναφέρουμε ότι σωστή απάντηση είναι η δ. Κατά μία έννοια. Κατά μια άλλη, σωστή απάντηση είναι να τα βροντήξεις όλα κάτω και να ρίξεις μια χορταστική μούντζα, κατά παντός υπευθύνου!


Μπαίνω στην τάξη κι αυτό που βλέπω είναι η μικρή μου παρέα. Είναι οι άνθρωποι με τους οποίους περνάω, καθημερινά, ένα σημαντικό κομμάτι της ζωής μου. Έχουμε γελάσει μαζί, έχουμε συγκινηθεί μαζί, έχουμε εξοργισθεί μαζί, έχουμε στεναχωρεθεί μαζί, έχουμε μοιραστεί αναρίθμητες στιγμές και συναισθήματα ή γνώση. Σε κάποιους έχω αδυναμία, σχεδόν όλους όμως τους λάτρεψα ή τους λατρεύω! Κάποιους, πιο σπάνια, ίσως και να τους έχω αντιπαθήσει! Δεν ξέρω αν αυτό είναι παιδαγωγικά σωστό, αλλά δε με νοιάζει! Δε με νοιάζει γιατί καταλαβαίνω ότι δεν είμαι παρά άνθρωπος και ο ρόλος μου δεν είναι ν’ απονεκρώσω την ψυχή μου, αλλά να καταφέρω να την αγκαλιάσω, να την κατανοήσω. Και δε με νοιάζει, ακόμη, γιατί μερικές φορές όταν βρίσκομαι ανάμεσα στα παλιόπαιδα αυτά, νιώθω να ξεχειλίζει η καρδιά μου από τέτοιαν αγάπη, που μου φαίνεται αβάσταχτα φτηνότερο, ασύγκριτα υποδεέστερο να τοποθετήσω τον όποιο διδακτικό, δοκιμαστικό σωλήνα ψηλότερα απ’ την αγάπη μου αυτή! Όχι δεν τα ξέρω όλα, όχι δεν αρνούμαι τη μάθηση! Αλλά η αγάπη μου είναι μπροστάρης και τα παρασέρνει όλα στο πέρασμά της! Αυτή ανοίγει το δρόμο, αυτή έχει και την πρώτη κουβέντα! Ό,τι δεν συμβαδίζει μαζί της εξοβελίζεται ως ψεύτικο, αποσκορακίζεται ως νόθο!

Και δε με νοιάζει, πολύ περισσότερο, γιατί όσο και να προσπαθεί ο κάθε καραγκιόζης (με την κακή έννοια του καραγκιόζη) να με πείσει πως για όλα υπεύθυνος είμαι εγώ, ξέρω ότι κατά βάθος δεν είμαι! Παίρνω το μερίδιο ευθύνης που μου αναλογεί και συνεχίζω μόνος (είτε συντροφιά με όσους συμμερίζονται τις σκέψεις μου), μακριά απ’ τα μικρο–πολιτικά ξεράσματα, τα ευκαιριακά αποφθέγματα και τις υποκριτικές ερμηνείες. Ξέρω ότι δεν είμαι τέλειος, γνωρίζω πως είμαι ανεπαρκής σε πολλά, αλλά προσπαθώ, παλεύω, εξελίσσομαι! Όμως ποτέ δεν ξεχνώ, μέσα από αυτή την πάλη, πως απέναντί μου έχω πάντα ψυχές μοναδικές και ανεπανάληπτες! Είναι απίστευτο το πως, έξι χρόνια τώρα που διδάσκω, δεν έχω γνωρίσει ούτε ένα παιδί που να μοιάζει με κάποιο άλλο. Ούτε ένα! Μια ματιά, ένα χαμόγελο που να έχει επαναληφθεί, ποτέ! Κι αν αυτό δεν είναι υπέροχο, τότε τι είναι; Τελειώνεις μιαν απόδειξη, μιαν άσκηση και κάποιες ματιές αστράφτουν! Το νιώθεις, δε στο διδάσκει κανείς αυτό! Μα κι οι άλλες ματιές έχουν τη θέση τους: βαριεστημένες, απορημένες, χαριτωμένες, αδιάφορες, κουρασμένες, περιπαιχτικές, μάγκικες, ερωτικές, αφελείς, οργισμένες, ειρωνικές, αλανιάρες, γλυκές, ανόητες, ρατσιστικές, απορριπτικές! Κάπου, στο τέλος της χρονιάς, όταν η ψυχή λίγο χαλαρώνει, όλες σου φαίνονται εξίσου αγαπημένες ή εξίσου απαραίτητες!

Δεν ξέρω αν θα περάσω ποτέ στο Δημόσιο, δεν ξέρω καν αν θ’ αντέξω να κάνω αυτή τη δουλειά για πολλά χρόνια ακόμα! Ξέρω μονάχα πως με θλίβει βαθιά όταν οι αδιάφοροι καλούνται να κρίνουν όσους από εμάς νοιαζόμαστε και, πολύ συχνά, αφήνουμε λίγη από την ψυχή μας μες την τάξη. Ξέρω πως αηδιάζω όταν οι κρετίνοι και οι ανέραστοι καλούνται να αποφασίσουν για όσους από εμάς αγκαλιάζουμε κι ερωτευόμαστε. Ξέρω πως εξοργίζομαι κι αντιδρώ όταν οι νεκροί και ωχρομέλανες καλούνται να παζαρέψουν με τα νύχια τους τη ζωή μας και το φως! Δε επιθυμώ συμβιβασμούς μαζί τους, δε γυρεύω εποικοδομητικούς διαλόγους και μέσες οδούς, δηλαδή οδούς της μάσας! Επιθυμώ, μονάχα, να βρω κάποτε τη θέληση και να επαναστατήσω εναντίον τους! Επιθυμώ, μονάχα, να βρω κάποτε το κουράγιο να τους πολεμήσω, ν’ αφανίσω την ψώρα τους από προσώπου γης! Ίσως τότε... ίσως να μην έχουν πια τα σχολεία κάγκελα...