Τρίτη, 10 Ιανουαρίου 2017

ΜΠΕΡΤΡΑΝΤ ΡΑΣΕΛ - Ποιος είναι ο σκοπός της Παιδείας;


Karl Hubbuch, Children in School, 1925
 
Όταν ένας μαθητής προκάλεσε τον νομπελίστα φιλόσοφο και μαθηματικό Μπέρτραντ Ράσελ να να διατυπώσει την άποψή του για το σκοπό της παιδείας, η απάντηση που έδωσε ήταν "αμφίβολη".

Το γράμμα

«... Είμαι ένας Αμερικανός μαθητής 18 χρόνων, και πάω στην ένατη τάξη... Σ’ αυτόν τον ανάστατο και ταραγμένο κόσμο, με τα σπέρματα της ανησυχίας παντού γύρω μας, εμείς, η σημερινή νεολαία, απευθυνόμαστε σε ανθρώπους σαν κι εσάς για να ζητήσουμε καθοδήγηση και πίστη στα ιδανικά. Το πιο φριχτό όπλο πού πάει να φανεί στον ορίζοντα. της Ανθρωπότητας είναι ή ατομική βόμβα. Αυτό δεν είναι αναπόφευκτο, γιατί είναι στο χέρι μας να χαλιναγωγήσουμε την ατομική ενέργεια για ειρηνικούς σκοπούς κι’ όχι για τον πόλεμο. Γι’ αυτό και πιστεύουμε πώς θα έπρεπε να χαλιναγωγήσουμε τις δημιουργικές μας ικανότητες, με τη βοήθεια μιας μόρφωσης πού να κατευθύνει σε μια ειρηνική και καρποφόρα ζωή... Επειδή εσείς, σαν δάσκαλος, φιλόσοφος, μαθηματικός και κοινωνιολόγος έχετε τόσες εμπειρίες από τον μεταβαλλόμενο κόσμο των τελευταίων πενήντα ετών, κι’ επειδή σταθήκατε ένας άνθρωπος τόσο θαρραλέος και δημιουργικός, ίσως μπορείτε, με μια σύντομη δήλωσή σας, να διατυπώσετε τις απόψεις σας για τον σκοπό της παιδείας...» 

Ο Μπέρτραντ Ράσελ (1872-1970) ήταν Βρετανός φιλόσοφος, μαθηματικός και ιστορικός.
Με τη γυναίκα του Ντόρα Μπλακ ίδρυσαν το 1927 στην Αγγλία ένα πειραματικό σχολείο (Beacon Hill School).

Η απάντηση

26 Μαρτίου 1962

Αγαπητέ Μάρκ Ορφινγκερ

Σ’ευχαριστώ για τα θαυμάσιο γράμμα σου, πού το διάβασα με πολύ ενδιαφέρον. Λυπάμαι πού δεν μπόρεσα να σου απαντήσω νωρίτερα.

Πιστεύω ότι κύριος στόχος της παιδείας πρέπει να είναι να σπρώχνει τους νέους να ερευνούν και να αμφιβάλλουν για όλα τα πράγματα πού θεωρούνται γενικώς αποδεκτά. Εκείνο που έχει σημασία είναι η ανεξαρτησία της σκέψης. Το χειρότερο στην εκπαίδευση είναι η απροθυμία να επιτρέπει στους νέους να θέτουν εν αμφιβάλω τις παραδεδεγμένες απόψεις και τούς ανθρώπους πού κατέχουν την εξουσία. Για να αναφανούν νέες ιδέες, είναι απαραίτητο να ενθαρρύνονται με κάθε τρόπο οι νέοι στο να διαφωνούν ριζικά με τις ηλιθιότητες της εποχής τους. Πολλοί από τους ανθρώπους που θεωρούνται αξιοσέβαστοι, και πολλές από τις ιδέες που θεωρούνται θεμελιώδεις αποτελούν φραγμούς στις ανθρώπινες επιτεύξεις.

Νομίζω ότι το σημαντικότερο δεν είναι να μαθαίνουμε πολλά πράγματα, όσο το να πιστεύουμε με πάθος ότι έχουμε το δικαίωμα να διαφωνούμε και την υποχρέωση να διατυπώνουμε καινούργιες ιδέες. Όπως λες, ο κόσμος είναι ταραγμένος κι ανάστατος. Ολόκληρος ο ανθρώπινος πολιτισμός κινδυνεύει άμεσα. Αν πρόκειται να υπάρξει κάποια ελπίδα για τις Ανθρώπινες ζωές, πρέπει όλοι μας να δουλέψουμε για την απαγόρευση αυτών των τρομακτικών όπλων και να σκεφτούμε με ανεξαρτησία για την πολιτική όλων των κυβερνήσεων μας. Αυτές οι κυβερνήσεις προετοιμάζουν μια σφαγή σε ευρύτατη κλίμακα, κι είναι απαραίτητο όλοι μας, νέοι και γέροι, να εμποδίσουμε να πραγματοποιηθεί αυτό το έγκλημα.

Σου στέλνω μερικές δηλώσεις, και θα χαρώ πολύ αν θα έχουν κάποιο ενδιαφέρον για σένα.

Με πολλές ευχές
Ειλικρινά δικός σου Μπέρτραντ Ράσελ

Οι δέκα εντολές ενός καλού δάσκαλου...


...από τον μαθηματικό και φιλόσοφο Bertrand Russell, (1872–1970). Δημοσιεύτηκε το Δεκέμβριο του 1951 στο The New York Times Magazine, στο τέλος του άρθρου “The best answer to fanaticism: Liberalism” . The Autobiography of Bertrand Russell: 1944-1969 comes this remarkable micro-manifesto, entitled A Liberal Decalogue. It is a vision for the responsibilities of a teacher including the purpose of education, the value of uncertainty, the importance of critical thinking, the gift of intelligent criticism.
  1. Μην αισθάνεσαι απόλυτα σίγουρος για τίποτα.
  2. Μην σκέπτεσαι ότι αξίζει να προχωράς κρύβοντας τις αποδείξεις, διότι είναι βέβαιο ότι οι αποδείξεις θα έρθουν στο φως.
  3. Μην προσπαθείς  πότε να αποθαρρύνεις την σκέψη, αν το κάνεις  είναι σίγουρο ότι θα το πετύχεις.
  4.  Όταν συναντάς αντίδραση, ακόμη και αν αυτή προέρχεται  από τον σύζυγο ή από τα παιδιά σου, να πασχίζεις  να την ξεπεράσεις με επιχειρήματα και όχι μέσω της εξουσίας, διότι η νίκη η όποια εξαρτάται από την εξουσία είναι απατηλή.
  5. Να μην δείχνεις σεβασμό στην αυθεντία των άλλων, διότι είναι δυνατόν να βρει κάνεις αντίθετες  αυθεντίες.
  6. Να μην χρησιμοποιείς ισχύ για να φιμώσεις  απόψεις τις οποίες θεωρείς επιβλαβείς, διότι αν το κάνεις οι απόψεις θα καταπνίξουν τελικά εσένα.
  7. Να μην φοβάσαι να είσαι εκκεντρικός στις απόψεις σου, διότι κάθε άποψη η οποία είναι αποδεκτή σήμερα κάποτε υπήρξε εκκεντρική.
  8. Να βρίσκεις περισσότερη απόλαυση όταν ευφυείς συνομιλητές διαφωνούν μαζί σου από ότι αν παθητικοί συνομιλητές  συμφωνούν μαζί σου, διότι αν αξιολογείς την νόηση όπως θα όφειλες, η πρώτη περίπτωση υποδηλώνει μια βαθύτερη συμφωνία από την δεύτερη.
  9. Να είσαι ενσυνείδητα ειλικρινής, ακόμη και αν η αλήθεια είναι άβολη, διότι είναι περισσότερο άβολη όταν προσπαθείς να την αποκρύψεις.
  10. Να μην ζηλεύεις την ευτυχία  εκείνων οι οποίοι βλακωδώς θεωρούν ότι ζουν στον παράδεισο, διότι μόνο ένας βλάκας θα πιστέψει ότι αυτή είναι η ευτυχία.
Πηγή ...

Τέχνης Σύμπαν & Φιλολογία

Κυριακή, 18 Σεπτεμβρίου 2016

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ - Ωχ! Βασανάκια

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ
ΑΠΑΝΤΑ
ΤΟΜΟΣ ΤΡΙΤΟΣ
ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ
Ν. Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΜΟΣ
ΑΘΗΝΑ 1984
Σελ. 11-18

ΩΧ! ΒΑΣΑΝΑΚΙΑ


Τὸ ἥμισυ τοῦ μεγάλου ἀκόμψου κτιρίου ἦτο πατωμένον, τὸ ἄλλο ἥμισυ, χάνι, ἀπάτωτον, ἀπαλάμιστον*, ὑγρὸν καὶ σκοτεινόν. Ἐπάνω εἰς τὸ μισὸν πάτωμα, ὁ ἀγαθὸς ἑλληνοδιδάσκαλος ἐδίδασκε τοὺς σκληροτραχήλους μαθητάς του, δεκατρεῖς ὥρας τὴν ἡμέραν. Τέσσαρας ὥρας ἔκαμνε μάθημα εἰς τὴν πρώτην τάξιν, τέσσαρας εἰς τὴν δευτέραν καὶ πέντε εἰς τὴν τρίτην. Κάτω εἰς τὴν συσσωρευμένην κόνιν τριῶν δεκαετηρίδων, ἔβοσκον χιλιάδες βλατοῦδες*, ψαλίδες, ἀλογάκια καὶ ἄλλα ζῳύφια, καὶ ἐχόρευον μυριάδες ποντικοί. Ἐπάνω εἰς τὸ φατνωμένον μέρος τοῦ κτιρίου, πρὸς τὸ ἀνατολικομεσημβρινὸν ἥμισυ, ἵπταντο μετοχαί, ἀπαρέμφατα, ἀντωνυμίαι, καὶ ἐκελάδουν μονοτόνως ἐναλλασσόμενα πρόσωπα καὶ ἀριθμοὶ καὶ ἐγκλίσεις, καὶ ἡ ράβδος ἐκράτει συχνὰ τὸν χρόνον ἐπὶ τῶν νώτων τῶν μαθητῶν.

Δυσμόθεν καὶ ἀντικρὺ τοῦ σχολείου ἦτο τὸ μικρὸν μετόχι τῆς διαλυμένης μονῆς τοῦ Ἁγ. Νικολάου, οἰκίσκος ἐκ δύο χωριστῶν θαλάμων, μὲ τὰς θύρας πρὸς τὴν ὁδόν. Εἰς τὸν ἕνα κατῴκει διαρκῶς ἡ μήτηρ Συγκλητική, ἑβδομηκοντοῦτις ἐνάρετος καλογραῖα. Εἰς τὸν ἄλλον κατέλυεν, ὁσάκις κατέβαινεν ἀπὸ τὸ μοναστήρι διὰ νὰ ἐξομολογήσῃ τοὺς μετανοοῦντας, ὁ ἀγαθὸς πατὴρ Ἰσαάκιος, ὁ παρὰ πᾶσι σεβάσμιος πνευματικός.

Δίπλα εἰς τὸ κατάλυμα τοῦ πνευματικοῦ ὑψοῦντο, μὲ τοὺς κλῶνας γυμνούς, δύο φυλλορροήσασαι συκαμινέαι. Ὀλίγον παρακάτω ἀπὸ τὰς συκαμινέας, πρὸς βορρᾶν, ἦτο τὸ σπίτι τῆς Σοφιανίνας, εἰς τὸν ἐξώστην τοῦ ὁποίου ἐφαίνετο κρεμασμένον ὡραῖον κλωβίον, καὶ μέσα εἰς τὸ κλωβίον, ὤκλαζεν ἐπί τινος ὁριζοντίου ξυλαρίου, μέγας λαμπρόπτερος καὶ ποικιλόπτερος παπαγάλος. Δίπλα εἰς τὸ σπίτι τῆς Σοφιανίνας ὑψοῦτο μεγάλη οἰκία, μὲ εὐρεῖαν αὐλὴν καὶ πλατεῖαν ὑψηλὴν ταράτσαν, ἀντικρύζουσαν σχεδὸν μὲ τὴν μεγάλην θύραν τοῦ κτιρίου, τοῦ χρησιμεύοντος ὡς σχολείου. Καὶ παραπέρα ἀπὸ τὴν οἰκίαν αὐτὴν εὑρίσκετο τὸ μικρὸν ἰσόγειον, ἀπαισίου φήμης, μὲ ἀσβεστωμένα τὰ κλειστὰ παράθυρα σπιτάκι, ὅπου κατῴκει ἡ Βότσαινα ἡ μάγισσα.

*
* *

Ἦτο ὥρα δεκάτη τῆς πρωίας. Ὁ διδάσκαλος, ἀφοῦ ἐτελείωσε τὸ πρωινὸν μάθημα τῆς πρώτης τάξεως, εἶχεν ἀποπέμψει τοὺς βαρυκεφάλους μαθητὰς καὶ εἶχεν ἀρχίσει νὰ παραδίδῃ εἰς τὴν δευτέραν. Κάτω εἰς τὰ πρόθυρα τοῦ σχολείου, ἐπὶ τοῦ κατωφλίου τῆς θύρας καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς αὐτῆς ἐπὶ τοῦ ἐδάφους, μὲ τὰ βιβλία των ὑπὸ τὴν μασχάλην ἢ ἀνοικτὰ ἐπὶ τῶν γονάτων, χωρὶς ν᾽ ἀναγινώσκωσιν, ἐκάθηντο οἱ μαθηταὶ τῆς τρίτης τάξεως, περιμένοντες νὰ ἔλθῃ ἡ σειρά των, περὶ τὴν ἑνδεκάτην, διὰ ν᾽ ἀκροασθῶσι καὶ αὐτοὶ τὸ πρωινὸν μάθημα.

Μεσημβρινώτερον, ἔξωθεν τοῦ οἰκίσκου τοῦ πνευματικοῦ, τέσσαρες ἢ πέντε εὐλαβεῖς γραῖαι, ἐκάθηντο ἐπί τινων στελεχῶν καὶ χονδρῶν ξύλων, περιμένουσαι νὰ ἔλθῃ ἡ σειρά των, διὰ νὰ εἰσέλθωσι πλησίον τοῦ πνευματικοῦ. Ἦτο δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας πρὸ τῶν Χριστουγέννων, καὶ ἀφοῦ εἶχον νηστεύσει ὡς καλαὶ χριστιαναί, ᾐσθάνοντο τὴν ἀνάγκην τῆς ἐξομολογήσεως διὰ ν᾽ ἀξιωθῶσι τῆς θείας κοινωνίας. Ἐν τῷ μεταξὺ δέ, καθήμεναι ἔξωθεν τῆς θύρας τοῦ πνευματικοῦ, ἀνεκοίνουν πρὸς ἀλλήλας ἀξιοπεριέργους ἱστορίας, καὶ κατέκρινον, ἀπὸ χριστιανικὸν ζῆλον, τὴν διαγωγὴν τῶν γειτονισσῶν καὶ τῶν γνωρίμων των.

Ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν ἠκούετο, ὀξεῖα καὶ διαπεραστική, ἡ φωνὴ τοῦ διδασκάλου, αἰρομένη ὑπὲρ τὸν συνήθη τόνον, ἐπιπλήττοντος καὶ κραυγάζοντος ἐν ἐξάψει. Καὶ κατόπιν διεκρίνετο ὡς ψιθυρισμὸς ἡ ἀσθενεστέρα φωνὴ μαθητοῦ τινος ἀπαντῶντος εἰς τὰς ἐρωτήσεις τοῦ διδασκάλου. Καὶ συγχρόνως, εἰς τὸν ἀντικρινὸν ἐξώστην, ὁ παπαγάλος, ἠλεκτριζόμενος, ἔκραζε:

― Παπαγάου! θέλεις καφέ;

Καὶ οἱ μαθηταί, οἱ καθήμενοι εἰς τὰ πρόθυρα τοῦ σχολείου, ἐκάγχαζον κ᾽ ἔκλειον τὰ βιβλία των, κ᾽ ἔτρεχον κ᾽ ἐφώναζον καὶ οἰστρηλατοῦντο.

*
* *

Ὁ εἷς τῶν μαθητῶν τῆς Γ´ τάξεως, ὑψηλός, ὀστεώδης, μὲ ζωηρὸν βλέμμα, φαινόμενος νὰ εἶναι τοὐλάχιστον δεκαεξαέτης, δὲν ἀπέσπα τὸ βλέμμα του ἀπὸ τὴν ταράτσαν ἐκείνην, τὴν ὑψηλήν. Ἕως τότε ψυχὴ δὲν ἐφαίνετο ἐπάνω εἰς τὴν ταράτσαν, ἀλλὰ μετ᾽ ὀλίγον ὡραῖον κοράσιον, δεκατεσσάρων ἐτῶν, μὲ τὰ ξανθὰ μαλλιὰ ξέπλεκα ἐφάνη ἐπὶ τῆς ταράτσας. Κατόπιν ἄλλο τῆς αὐτῆς ἡλικίας ἐπίσης μὲ ξανθὰ μαλλιά, καὶ ἓν ἄλλο μὲ μαῦρα μαλλιά. Ὁ μαθητὴς τότε ἐκεῖνος, ὅστις ἔπασχε φαίνεται, ἀπὸ πρώιμον ἔρωτα, ἠκούσθη νὰ ψιθυρίζῃ:

― Ἄχ! βασανάκια, βασανάκια!

Ὁ γείτων του, ὅστις ἐφαίνετο γνωρίζων τὴν ἀδυναμίαν του, κύψας εἰς τὸ οὖς, τοῦ ἐψιθύρισε τὸ ἑξῆς δίστιχον, τὸ ὁποῖον ἴσως αὐτὸς ἢ ἄλλος κανεὶς μεγαλυτέρας ἡλικίας εἶχε συνθέσει:

«Γίνε, Μαριώ μου, βόιβοδας, καὶ σύ, Λενιώ μου, μπέης,
καὶ σύ, μικρὸ Κατερινιώ, κριτὴς γιὰ νὰ μὲ κρένῃς.»

Τὰ τρία κορίτσια ἐγύριζαν, ἐγύριζαν, ἔφερναν βόλτες ἐπάνω εἰς τὴν ταράτσαν, ἐπεριπατοῦσαν, ἐστέκοντο, ἐκοίταζαν εἰς τὸν οὐρανόν, συνωμιλοῦσαν, ἔρριπταν ματιὲς πρὸς τὸ μέρος τῆς θύρας τοῦ σχολείου, ὅπου ἦσαν οἱ μαθηταί, καὶ δὲν εἶχαν ἡσυχίαν. Οἱ μαθηταὶ ἐξέχασαν καὶ τὸ σχολεῖον, καὶ τὰ βιβλία, καὶ τὸν διδάσκαλον, καὶ αὐτὸν τὸν παπαγάλον, καὶ ἐσηκώθησαν, κ᾽ ἐκινοῦντο, καὶ οἰστρηλατοῦντο εἰς τρόπον ἐπίφοβον. Τὰ τρία βασανάκια, ὡς τὰ ὠνόμαζεν ὁ πτωχὸς ἐκεῖνος μαθητής, δὲν ἔμειναν ἐπὶ πολλὴν ὥραν μόνα των ἐπάνω εἰς τὴν ταράτσαν. Καὶ ἄλλα κατόπιν των βάσανα, καὶ ἄλλα βασανάκια, ἐφάνησαν πλησίον των. Φαίνεται ὅτι ἡ ταράτσα ἐκείνη ἐχρησίμευεν ὡς συνεντευκτήριον ὅλων τῶν κοριτσιῶν τῆς γειτονιᾶς. Τὸ θέρος, ὅταν ἔπεφτεν ὁ ἥλιος, ἢ τὸν χειμῶνα, ὅταν ἦτο αἰθρία ἡλιοφεγγὴς ἡμέρα, ὡς ἡ ἡμέρα ἐκείνη τοῦ Δεκεμβρίου, τὰ κοράσια ἀνέβαιναν ἐκεῖ, καταβιβάζοντα τὰ λευκὰ τουλουπάνια των ἕως τοὺς ὀφθαλμούς, στρέφοντα τὰ νῶτα πρὸς τὸν ἥλιον, διὰ νὰ μὴ μαυρίσουν. Καὶ ἠκούετο ἐκεῖ ἐπάνω φαιδρὸν λάλημα καὶ εὔθυμος μινυρισμὸς παρθένων, καὶ κελαδήματα ἀνθρωπίνων χελιδόνων μόλις ἔναρθρα, ἀλλ᾽ ὄχι ὀλιγώτερον κενὰ ἐννοίας ἀπὸ τὰ κελαδήματα τῶν πτερωτῶν χελιδόνων τοῦ ἔαρος. Ἦσαν ἤδη ἕξ ἢ ἑπτὰ κοράσια, ἀπὸ δέκα ἕως δεκαπέντε ἐτῶν ἡλικίας, ἐπάνω εἰς τὴν ταράτσαν. Ἀλλ᾽ ὅταν ἠκούσθη ὁ βαρὺς δοῦπος τῶν βημάτων τῶν μαθητῶν τῆς Β´ τάξεως, κατερχομένων τὴν κλίμακα, ὡς νὰ τοὺς κατεδίωκον τὰ ἀόρατα φάσματα τῶν εἰς μι ρημάτων καὶ τῶν συνδέσμων καὶ τῶν μετοχῶν, καὶ αἱ ζῶσαι εἰκόνες τῶν μαυροπινάκων, καὶ οἱ δώδεκα ἢ δεκαπέντε ἐκεῖνοι νέοι ἐξῆλθον θορυβωδῶς τῆς θύρας τοῦ σχολείου, κραυγάζοντες ἐν παρόδῳ ― παπαγάλο! θέλεις καφέ; πρὸς τὸ ἀπτόητον ἐκτοπισμένον πτηνὸν τὸ ὁποῖον τοὺς ἔβλεπεν ἐν μακαρίᾳ ἀπαθείᾳ, κωφεῦον εἰς τὰς παροτρύνσεις των, τότε τὰ εὔθυμα κοράσια ἐκεῖνα ἔγιναν διὰ μιᾶς ἄφαντα ἀπὸ τὴν ταράτσαν. Τοῦτο τὸ ἔκαμαν κάπως ὡς νὰ ἐσπλαγχνίσθησαν τοὺς πτωχοὺς μαθητὰς τῆς Γ´ τάξεως, οἱ ὁποῖοι μετὰ πόνου καὶ σπαραγμοῦ καρδίας θ᾽ ἀνέβαινον εἰς τὴν παράδοσιν, τώρα ὅτε ἦλθεν ἡ σειρά των, ἐνόσῳ τὰ βασανάκια ἐκεῖνα εὑρίσκοντο ἐπὶ τῆς ταράτσας. Οἱ μαθηταὶ ἀνέβησαν τότε μὲ διπλῆν λύπην, διὰ τὴν θετικὴν ταύτην καὶ τὴν ἀρνητικὴν δυστυχίαν.

*
* *

Μόλις ἀνέβησαν οἱ μαθηταὶ εἰς τὸν τόπον τῆς παραδόσεως, καὶ τὰ κοράσια ἐφάνησαν πάλιν διὰ μιᾶς ἐπὶ τῆς ταράτσας. Ἀλλὰ τώρα δὲν ἔμειναν πλέον ὅσα ἦσαν. Ἡ μικρὰ ἀγέλη ηὔξησε ταχέως, καὶ θὰ ἦσαν ὅλα δεκαπέντε ἕως δεκαοκτὼ κοράσια, ἐπάνω εἰς τὴν ταράτσαν. Ἦσαν πρῶτον τὸ Μαριὼ καὶ τὸ Λενιὼ καὶ τὸ Κατερινιώ, τὰ τρία κοράσια τῆς οἰκίας. Εἶτα εἶχον ἔλθει ἀπὸ τὴν πρώτην γειτονικὴν οἰκίαν τὸ Ξενιὼ καὶ τὸ Κουμπώ, δύο ὡραῖαι μελαγχροιναὶ ἀδελφαί, ἡ μία δεκατεσσάρων καὶ ἡ ἄλλη δώδεκα ἐτῶν. Μετ᾽ αὐτὰς ἦλθαν τὸ Φωλιὼ τὸ Βελισάρικο καὶ τὸ Μαχὼ τὸ Πορταρίτικο, ἀπὸ δύο ἄλλας παρακειμένας οἰκίας. Κατόπιν ἦλθαν τὸ Κατινιώ, ἡ παπαδοπούλα, καὶ ἡ Εὐανθία, ἡ καπετανοπούλα, ἀπὸ τὴν οἰκίαν τῆς ἐξαδέλφης των, τῆς Μαχῶς, ὅπου εὑρίσκοντο· ὕστερον ἦλθαν τὸ Τσιτσὼ τὸ Ραφτί, καὶ τὸ Ἀσπασὼ τὸ Παναδί, καὶ ἡ Σοφούλα τὸ Μπακιρί, καὶ τελευταῖαι ἦλθαν ἡ Μόρφω, ἡ Σερετούλα, καὶ τὸ Κυρατσὼ καὶ τὸ Ἀσμινιώ, αἱ ἀδελφαί της, καὶ προσετέθησαν εἰς τὰς ἄλλας. Ὅλαι ἢ σχεδὸν ὅλαι ἦσαν ὡραῖα κοράσια μὲ γαλανὰ ὄμματα, μὲ μαῦρα ὄμματα, μὲ βαθέα καὶ ἀμαυρὰ καὶ οἰνωπὰ ὄμματα, μὲ λευκὸν χρῶτα, μὲ μελίχρυσον καὶ χνοάζοντα χρῶτα, μὲ μαύρους καὶ οὔλους βοστρύχους, μὲ μακροὺς καὶ ξανθοὺς καὶ καστανοὺς πλοκάμους, μὲ ἐλαφρὰ βαθουλώματα περὶ τὰς κόγχας τῶν ὀφθαλμῶν, μὲ ὡραῖα λεπτὰ ρόδινα ἢ ἁβρὰ καὶ κοράλλινα χείλη, μὲ κυανιζούσας φλέβας, μὲ χαρίεντας λακκίσκους καὶ γελασίνους ὑπὸ τὰς παρειάς, μὲ ἀναστήματα νεοφύτων κυπαρίσσων, μὲ λευκὰ τουλουπάνια, μὲ λεπτὰ καὶ διαφανῆ ἀλέμια* περὶ τὴν κεφαλήν, μὲ κοντὰ φουστανάκια, μὲ λευκὰς περικνημῖδας, καὶ μὲ συρτὰς ἐμβάδας.

Συνῆλθον ἐκεῖ, ὑψηλὰ εἰς τὴν ταράτσαν, καθὼς τὰ χελιδόνια εἰς τὸν ἄνω πυργίσκον τοῦ μαρμαρίνου κωδωνοστασίου τὸ θέρος, καὶ ὡμίλουν καὶ ἐκελάδουν, καὶ ἐγέλων καὶ ἐτερέτιζον, καὶ συνδιελέγοντο καὶ ἐτιτύβιζον. Ἡ μία ἐπεχείρει νὰ διηγηθῇ κάτι τι, καὶ τὸ ἄφηνε μισόν, διότι ἡ ἄλλη τὴν διέκοπτε δι᾽ ἐρωτήσεων, δι᾽ ἐπιφωνημάτων καὶ διὰ παρατηρήσεων. Ἡ τρίτη ἤρχιζεν ᾆσμα καὶ ἔλεγε μόνον ἕνα στίχον καὶ μισόν· ἡ τετάρτη ἔσυρε τέσσαρα ἢ πέντε βήματα καλαματιανοῦ καὶ ἔπαυε. Ἡ ἄλλη συνέπλεκε κατά τινα τρόπον τοὺς βραχίονας σταυρωτὰ μὲ ἄλλας δύο, καὶ τὰς ἐβίαζε νὰ χορεύσωσι τὴν «καμάρα»* ᾄδουσα ἅμα ἀργῶς καὶ μελῳδικῶς:

«Καμάρα χτί, καμάρα χτί,
καμάρα χτίζω στὸ γιαλό…»

Καὶ ἡ καμάρα δὲν ἐστέριωνε, καὶ καμμία ἐπιχείρησις δὲν εὐωδοῦτο, καὶ καμμία συνδιάλεξις δὲν ἐλάμβανε πέρας. Δὲν ὑπῆρχεν ἔννοια, δὲν ὑπῆρχε σκέψις καὶ στοχασμὸς καὶ σκοτούρα. Ὄμματα ἔλαμπαν, παρειαὶ ἀνθοῦσαν, χαμόγελα ἀνέτελλαν, ᾄσματα ἐν ψιθυρισμῷ, καὶ αἰσθήματα ἐν ἐμβρύῳ, καὶ βαθεῖαι πνοαὶ καὶ ἐλαφροὶ στεναγμοί, καὶ αὖραι τῆς νεότητος ἐρρίπιζον, ἀέριζον, ἐδρόσιζον, τὰ σώματα καὶ τὰς καρδίας.

*
* *

Περὶ ὥραν δωδεκάτην καὶ ἡμίσειαν, δὲν εἶχε μείνει πλέον καμμία ἐκ τῶν εὐλαβῶν γραιῶν ἔξωθεν τοῦ μετοχίου τοῦ παπα-Ἰσαακίου. Ὁ παπαγάλος ἀπὸ πολλῆς ὥρας δὲν εἶχεν ἀκούσει τὴν φωνὴν τοῦ ἀποκαμωμένου διδασκάλου νὰ ὑψωθῇ, καὶ δὲν εἶχεν ἐκπέμψει καὶ αὐτὸς τὴν συνήθη κραυγήν του.
Τὰ κορίτσια ἡτοιμάζοντο νὰ χωρισθῶσι, καὶ εἶχον καταβῆ ἀπὸ τὴν ταράτσαν. Εὑρίσκοντο τώρα κάτω εἰς τὸ προαύλιον τῆς οἰκίας καὶ ἐμεγαλοφωνοῦσαν καὶ ἔκαμναν τόσον θόρυβον, ὅσον δὲν θὰ ἔκαμναν ποτὲ παιδία τῆς αὐτῆς ἡλικίας. Ἡ συναναστροφή των ἐπολλαπλασίαζε τὴν τρέλαν των, καὶ ἑκάστη τούτων ἐφαίνετο νὰ ἔχῃ τόσην τρέλαν, ὅσην θὰ εἶχον ὅλαι ὁμοῦ. Ἀντικρύ των, εἰς τὴν αὐλὴν τοῦ οἰκίσκου τῆς μαγίσσης, ἵστατο ἄσχημη γραῖα, μὲ ἄτακτον κόμην καὶ ἐνδυμασίαν, καὶ τὰς ἐκοίταζε μὲ ἀλλόκοτον βλέμμα.

Ὥραν πρώτην παρὰ τέταρτον, κατῆλθε τέλος ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦ πατώματος τοῦ σχολείου ὁ διδάσκαλος, καὶ εὐθὺς κατόπιν κατέβησαν οἱ μαθηταὶ ἐν ἀλαλαγμῷ καὶ θορύβῳ. Ἦτο πολλαπλῆ χαρὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην. Ἦτο τὸ τελευταῖον μάθημα πρὸ τῶν διακοπῶν τῶν Χριστουγέννων.
Ἡ ἀγέλη τῶν μαθητῶν ἀντίκρυσε τὴν ἀγέλην τῶν κορασίων, καὶ τὰ βλέμματα ἔβαλον κατ᾽ εὐθεῖαν πρὸς τὸ προαύλιον τῆς μεγάλης οἰκίας μὲ τὴν ταράτσαν, καὶ οἱ πόδες ἠρνοῦντο νὰ βαδίσωσι πρὸς ἄλλην διεύθυνσιν. Ἀλλὰ τὴν ἰδίαν στιγμήν, ἡ ἄσχημη γραῖα ἥτις ἐκοίταζε τὰ κοράσια, σκανδαλισμένη ἤδη ἀπὸ τὰς τρέλας τὰς ὁποίας ἔβλεπεν, ἐνόμισεν ὅτι ἓν τῶν κορασίων ἐξέφερεν ἕνα ἀστεϊσμὸν εἰς βάρος της, καὶ ὅτι αἱ ἄλλαι ἐγέλασαν μὲ τοῦτο. Τῆς ἐφάνη ὅτι ἤκουσεν εὐκρινῶς τὴν λέξιν «μάγισσα». Δὲν χάνει καιρόν, ἁρπάζει μεγάλην τρικοκκιάν, ἀπὸ τὸν φράκτην τῆς γειτόνισσας, καὶ τρέχει πρὸς τὸ μέρος ὅπου ἵσταντο αἱ κορασίδες.

Αἱ πολλαὶ ἐξ αὐτῶν, ὅσαι δὲν ἦσαν τοῦ σπιτιοῦ, ἀπεχαιρέτισαν τὰς τρεῖς ἀδελφάς, καὶ ἤρχισαν ν᾽ ἀπομακρύνωνται. Ἡ ἀπαίσιος γραῖα ἔτρεξε, μὲ ξέπλεκα ψαρὰ μαλλιά, μὲ μισὴν μανδήλαν, μὲ σχισμένην καὶ ἐμβαλωμένην κόκκινην μαλλίναν*, κοντὴν ἐμπρός, ξηλωμένην ἀπὸ τὴν μέσην καὶ συρομένην ὀπίσω, μὲ μίαν μαλλίνην, ρυπαράν, σχισμένην περὶ τοὺς δακτύλους καὶ τὴν πτέρναν, κάλτσαν, μὲ ἕνα πόδα γυμνόν, ρικνή, βλοσυρά, μὲ τὸ ἓν τσουλούφι τῆς κόμης κρεμασμένον ἕως τὸν ὦμον, μὲ τὸ ἄλλο κοντὸν καὶ κυρτωμένον ὑποκάτω εἰς τὴν μανδήλαν, ἔτρεξε μὲ τὴν μεγάλην τρικοκκιάν, τὴν ἔχουσαν ὀξείας καὶ τσουχτερὰς τὰς ἀκάνθας, διὰ νὰ βγάλῃ, εἰ δυνατόν, τὰ μάτια, ἤ, τοὐλάχιστον, νὰ σχίσῃ τὰς ἁβρὰς σάρκας τῶν κορασίδων. Ὁ σκύλος της ἔτρεχεν ἀπὸ ὀπίσω, γαυγίζων μανιωδῶς, σημαίνων τὴν ἔφοδον. Ὁ παπαγάλος, ἀπ᾽ ἐπάνω ἀπὸ τὸν ἐξώστην τῆς Σοφιανίνας, ἐρεθισθείς, ἤρχισε νὰ κράζῃ:

― Παπαγάου! παπαγάου!

*
* *

Ἦτον αὐτή, ἡ ἰδία Βότσαινα ἡ μάγισσα. Ἡμέραν μεσημέρι, διερχόμενοι ἔξω τῆς οἰκίας της, ὅλοι ἐσταυροκοποῦντο. Τὴν νύκτα οὐδεὶς θὰ ἐτόλμα νὰ διέλθῃ. Εἶχε μεγάλην φήμην εἰς τὴν τέχνην της. Ἐὰν συνέβαινε κανὲν ἐντόπιον πλοῖον νὰ μὴν ἔχῃ ἀκουσθῆ ἀπὸ καιρὸν καὶ νὰ εἶναι ὕποπτον, αὐτὴ ἦτο ἱκανὴ νὰ δείξῃ μέσα εἰς ἓν αὐγόν, εἰς τὴν γυναῖκα ἢ τὴν μητέρα τοῦ ἐν ὑποψίᾳ ναυτικοῦ, τὴν τύχην τοῦ πλοίου. Πότε τὸ πλοῖον ἦτο σῶον μετὰ τοῦ πληρώματος, καὶ αὐτὴ τὸ ἐδείκνυε βουλιαγμένον μέσα εἰς τὸ αὐγόν. Πότε τὸ πλοῖον εἶχε ναυαγήσει πράγματι, κ᾽ ἐκείνη τὸ ἐδείκνυεν ὀρθοπλοοῦν μέσα εἰς τὸν κρόκον. Τοῦτο ἐκανονίζετο ὄχι ἀπὸ τὴν ἀμοιβὴν τὴν ὁποίαν ἤλπιζε νὰ λάβῃ, ἀλλ᾽ ἀπὸ τὰ αἰσθήματα τὰ ὁποῖα ἔτρεφεν ἡ ἰδία πρὸς τὴν γυναῖκα ἢ τὴν μητέρα τοῦ καραβοκύρη. Ἀλλ᾽ ἡ ἔκβασις δὲν ἐζημίωνε μεγάλως τὴν φήμην της. Ἦτο πάντοτε ἡ Βότσαινα ἡ μάγισσα. Πῶς τὰ κατάφερνε!

Ἔτρεχε πάλλουσα εἰς τὴν χεῖρα τὴν πελωρίαν τρικοκκιάν, μὲ τὸ ἓν τσουλούφι τῶν μαλλιῶν της σειόμενον ἐπὶ τοῦ ὤμου της, μὲ τοὺς σκληροὺς καὶ χελωνοδέρμους πόδας της πλήττοντας τὸ ἔδαφος ὡς πέταλα φορβάδος. Αἱ παιδίσκαι εἶχον χωρισθῆ ἐν τῷ μεταξὺ κατὰ πολλὰς διευθύνσεις. Αὐτή, μὲ τὸ ὄμμα της, ἐξέλεξε μεταξὺ ὅλων τῶν συμπλεγμάτων τὸ πολυαριθμότερον, καὶ κατ᾽ ἐκείνου ἔστρεψε τὴν μανίαν της.

Ἦσαν πέντε ἢ ἓξ ἐκ τῶν κορασίδων. Δὲν εἶχαν ἐννοήσει τίποτε, κ᾽ ἐξηκολούθουν νὰ βαδίζωσιν ἀργὰ καὶ συνομιλοῦσαι. Ἡ μάγισσα, καθ᾽ ὅσον ἐπλησίαζεν, ἐβώβαινε τὸ βῆμά της, καὶ δὲν ἠκούετο πλέον ὁ κρότος τῶν πετάλων. Ἐπεθύμει ν᾽ ἀπολαύσῃ τὴν ἡδονὴν νὰ σχίσῃ τὸν λαιμὸν ἢ τὸ μάγουλον μιᾶς ἢ περισσοτέρων ἐκ τῶν νεανίδων, πρὶν λάβωσιν αὐταὶ εἴδησιν.

*
* *

Συγχρόνως, οἱ νέοι τῆς Γ´ τοῦ ἑλληνικοῦ σχολείου εἶχον παρατηρήσει τὴν ἔφοδον, καὶ δύο ἢ τρεῖς ἐξ αὐτῶν, οἱ ζωηρότεροι, χωρὶς νὰ διστάσωσιν, ἐπέταξαν τὰ βιβλία των εἰς τὸ ἔδαφος, ἥρπασαν ὀλίγα χαλίκια, καὶ ὥρμησαν νὰ κυνηγήσωσι τὴν μάγισσαν. Ἔτρεχον κατόπιν της καὶ εἰς κάθε πέντε βήματα ἔκυπτον βιαστικά, ἥρπαζον λιθάρια καὶ βώλους γῆς, καὶ τὴν ἐπετροβόλουν.

Τρεῖς ἢ τέσσαρες ἄλλοι, ἔτρεξαν κατόπιν των, κρατοῦντες τὰ βιβλία ὑπὸ τὴν μασχάλην.
Ἡ ἐξαγριωμένη μάγισσα εἶχε φθάσει ἤδη τὰς μικρὰς παιδίσκας, καὶ αὗται εἶχον αἰσθανθῆ τέλος τὴν καταδίωξιν, ἐτάχυναν δὲ τὸ βῆμα ἀποροῦσαι καὶ γελῶσαι.

Ὁ σκύλος ἔτρεχε κατόπιν τῆς Βότσαινας γαυγίζων μανιωδῶς, οἱ τρεῖς μαθηταὶ τοῦ σχολείου ἔτρεχον κατόπιν τοῦ σκύλου ρίπτοντες λίθους καὶ βώλους. Ὁ παπαγάλος μακρόθεν, ἀπὸ τὸν ἐξώστην τῆς Σοφιανίνας, ἐπανελάμβανε:

― Παπαγάου! θέλεις καφέ;

*
* *

Ὁ ἀέρας μόνον τῆς τρικοκκιᾶς, καὶ ἡ ἄκρα ἀκωκὴ μιᾶς τῶν πολυκλάδων ἀκανθῶν, ἔθιξε τὴν κόμην μιᾶς τῶν κορασίδων, τῆς δωδεκαετοῦς Μαχῶς, τῆς κόρης τοῦ Πορταρίτη.

Συγχρόνως λίθος εὐστόχως ριφθεὶς ὑπὸ τοῦ ὑψηλοῦ καὶ ἰσχνοῦ μαθητοῦ, ἐκείνου εἰς τὸ οὖς τοῦ ὁποίου εἶχε ψιθυρίσει εἷς τῶν συμμαθητῶν του τὸ ἀνωτέρω παρατεθὲν δίστιχον, καὶ ὅστις ἦτο ὁ πρῶτος πετάξας τὰ βιβλία του καὶ τρέξας, ἐκτύπησε τόσον καιρίως, καὶ ἐκλόνισε τόσον σφοδρῶς τὴν πελωρίαν τρικοκκιάν, εἰς τὴν χεῖρα τῆς Βότσαινας, ὥστε ἡ μάγισσα ᾐσθάνθη δεινὸν τὸν ἀντίκτυπον, ἡ χείρ της ἐπόνεσε καὶ ἀφῆκε τὸ ὅπλον της νὰ πέσῃ κατὰ γῆς.

Ὁ ὑψηλόκορμος νέος ἐπάτησεν ἐν θριάμβῳ ἐπὶ τῆς πολυκλάδου τρικοκκιᾶς, καὶ ἡ μάγισσα ἐτράπη εἰς ραγδαίαν φυγήν, ἐνῷ οἱ ἄλλοι τὴν κατεδίωκον ἀκόμη πετροβολοῦντές την, ὁ σκύλος τοὺς ἐγαύγιζε φοβερά, καὶ ὁ παπαγάλος ἐφώναζε κατὰ πρόσωπον τῆς μαγίσσης:

― Θέλεις καφέ; Θέλεις καφέ;

(1894)

Πηγή : http://www.papadiamantis.org/works/58-narration/292-03-01-wx-basanakia-1894

Παρασκευή, 21 Νοεμβρίου 2014

Κ.ΚΑΣΤΟΡΙΑΔΗΣ - Σημείωμα για τον Έρωτα στην Εκπαίδευση

"Για να υπάρξει πραγματική εκπαίδευση με την αυστηρή έννοια του όρου υπάρχει μια βασική προϋπόθεση: είναι ότι αυτή η εκπαιδευτική διαδικασία γίνεται αντικείμενο επένδυσης και πάθους και από τους εκπαιδευτές και από τους εκπαιδευόμενους και, για να το πω καθαρά, ότι αν δεν υπάρχει έρωτας μες στην εκπαίδευση δεν υπάρχει εκπαίδευση!

Εάν κάποιος κάτι μαθαίνει μέσα στο σχολείο είναι διότι, διαδοχικά, έναν καθηγητή σε κάποια τάξη - και στο πανεπιστήμιο ακόμη - τον ερωτεύεται και τον ερωτεύεται διότι βλέπει ότι αυτός ο ίδιος ο καθηγητής είναι ερωτευμένος με αυτό που διδάσκει.

Λοιπόν, για να τα πω επίσης καθαρά και για να γίνω πλήρως απεχθής σ’ αυτούς που με ακούνε, σήμερα οι εκπαιδευτικοί ασχολούνται με τις επαγγελματικές τους διεκδικήσεις, οι οικογένειες ασχολούνται με το να πάρει το παιδί ένα ‘χαρτί’ και τα παιδιά ασχολούνται με οτιδήποτε άλλο εκτός από την επένδυση των πραγμάτων που μαθαίνουν. Λοιπόν, δεν είναι δυνατόν να υπάρξει εκπαίδευση."

Παρασκευή, 22 Αυγούστου 2014

Παιδεία για όλους ή Παιδεία για άλλους ;


This Is What Happens When...

...A Kid Leaves Traditional Education!

"Κέντρα αριστείας, η πειραματική νεύρωση της εκπαίδευσης και τα στρατόπεδα σχολικής εργασίας"

[ Το άρθρο αυτό δημοσιεύτηκε στο blog pnevmantilogias ]

Κάποιοι μαθητές και μαθήτριές μου θα δώσουν εξετάσεις (αν δεν έδωσαν ήδη, δεν ξέρω) για να περάσουν στα “κέντρα αριστείας” πρότυπα σχολεία-γυμνάσια. Γεμάτα άγχος με ενημέρωσαν ότι στις εξετάσεις αυτές εξετάζονται και στη Φυσική και ότι πέρσι είχε πέσει “φως” και “ηλεκτρομαγνητισμός”.

Ακολουθώντας καθ’ όλη τη χρονιά ευλαβικά τα ΔΕΠΠΣ-ΑΠΣ και τη θεωρητική παιδαγωγική στήριξη που προσφέρει το βιβλίο του δασκάλου σε συνεννόηση με τα παιδιά αποφασίσαμε από την αρχή της χρονιάς με ποια κεφάλαια θα ασχοληθούμε, μιας και είναι ανέφικτη η διδασκαλία όλης της ύλης, όπως ακριβώς ομολογούν και οι συγγραφείς του βιβλίου. Αυτό βέβαια στην περίπτωση που ακολουθήσεις το παιδαγωγικά αποδεκτό διδακτικό μοντέλο και προτιμήσεις την εμβάθυνση, την άσκηση στην περιέργεια, στην παρατήρηση, στην κριτική σκέψη, στη συνεργατικότητα, στην ανακάλυψη της γνώσης παρά την απομνημόνευση, την επίδειξη πειραμάτων ή και καθόλου πειραμάτων (συμβαίνει κι αυτό) οπότε και βγαίνεις “καθαρός” και ίσως και να καλύψεις όλη την ύλη.  Έτσι λοιπόν προκύπτουν πολλά προβλήματα και προβληματισμοί.

Οι μαθήτριές μου και οι μαθητές μου καλούνται να εξεταστούν εφ’ όλης της ύλης της Φυσικής τη στιγμή που δεν την έχουν διδαχτεί (όπως και η συντριπτική πλειοψηφία των μαθητών της Ελλάδας, αν όχι όλοι). Κι έτσι κάποιοι από αυτούς δίνουν ήδη χρήματα για ιδιαίτερα στη Φυσική, προκειμένου να εξεταστούν. Κι αυτό είναι το ένα. Από εδώ βγαίνουν κι άλλα στη φόρα.

Οι 12χρονοι μαθητές γίνονται αποτιμητές της χρησιμοθηρικής, ανταλλακτικής αξίας της γνώσης: «Μα, ο ηλεκτρομαγνητισμός είναι περισσότερο σπουδαίο κεφάλαιο από το αναπνευστικό σύστημα ή το κυκλοφορικό», λένε εμφατικά και γεμάτα σιγουριά κάνοντας τον Αϊνστάιν και γενιές παιδαγωγών να στριφογυρίζουν στον τάφο τους.  ‘Η: «Α, ναι για πείτε αυτό! Κάτι τέτοιο έπεσε και πέρσι στις εξετάσεις!»Στο σπίτι οι γονείς πελάτες του εμπορεύματος με ανταλλακτική αξία «γνώση» τρελαίνονται στην ιδέα ότι τα παιδιά τους μπορεί να μην πετύχουν στις εξετάσεις εισαγωγής στα «κέντρα αριστείας» εξαιτίας μιας εμμονής σε παιδοκεντρικές – μαθητοκεντρικές αγκυλώσεις που ονομάζουν κάποιοι άχρηστοι «παιδαγωγικές προσεγγίσεις».

Αυτά που μέχρι χθες ο καταρτισμένος και ο μερακλής δάσκαλος έκανε με καμάρι και κόπο μέσα στην τάξη τείνουν να μετατραπούν σε στίγμα και ντροπή. Η εκπαιδευτική πολιτική στέλνει αντιφατικά σήματα στα μέλη της εκπαιδευτικής κοινότητας (μαθητές, δασκάλους, γονείς) κάνοντάς τους όλους να βιώνουν «πειραματική νεύρωση» και το όλο εκπαιδευτικό σύστημα να παρουσιάζεται ως μια προσωπικότητα τύπου Τζέκιλ και  Χάιντ. Από τη μια δεν έχει αναθεωρήσει τους σκοπούς και τους στόχους της εκπαίδευσης και τα αναλυτικά προγράμματα προς την εντατικοποίηση, το ξεσκαρτάρισμα, το ντρεσάρισμα, τη μετρήσιμη αποτελεσματικότητα και τον μπιχεβιορισμό και από την άλλη όλες της οι πολιτικές ωθούν προς αυτές τις κατευθύνσεις.

Θα πει βέβαια κάποιος ότι η αναδιάρθρωση-εξάρθρωση της εκπαίδευσης βρίσκεται ακόμα στα πρώτα βήματά της και δεν έχει εξολοθρεύσει ακόμα τα αναχρονιστικά κατάλοιπα μιας κάποιας προοδευτικής και ανθρωποκεντρικής παιδείας. Σωστό. Αλλά υποψιάζομαι ότι βρίσκεται και κάτι ακόμα πιο ποταπό πίσω από αυτή την πρακτική της κυβερνητικής εκπαιδευτικής πολιτικής. Αφήνοντας τα πράγματα να σέρνονται, χωρίς η ίδια να απαγορεύσει ρητά ή έστω να ανακαλέσει τον όποιο προοδευτισμό στα πλαίσια της εκπαίδευσης, ουσιαστικά περιμένει όλο το εκπαιδευτικό οικοδόμημα να καταρρεύσει από μόνο του κάτω από το βάρος των αντιφάσεών του, των γονεϊκών διαμαρτυριών για τη μη μετρήσιμη, ανταλλάξιμη, χρησιμοθηρική αποτελεσματικότητά του, της παραίτησης των εκπαιδευτικών, πραγματικής ή και ηθικής, έτσι ώστε σαν ώριμο φρούτο να πέσει στα χέρια αρπάγων ιδιωτικών συμφερόντων, αγοραστών και πωλητών της γνώσης. Εκεί, καθοριστικό ρόλο θα παίξει η διαβόητη «αξιολόγηση».

Ύστερα το γενικό σιωπητήριο θα έχει επιβληθεί, η μεταμόρφωση του σχολείου σε στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας θα έχει συντελεστεί. Η εικόνα (του σχολείου, του δασκάλου, του μαθητή) και η διαχείρισή της θα είναι η ύψιστη μέριμνα της δουλειάς μέσα στη σχολική αίθουσα, κι ίσως κι έξω από αυτήν, η οποία θα έχει μετατραπεί πλέον σε ένα εξαντλητικό εργοτάξιο κοινωνικού δαρβινισμού και αποκλεισμού.

Και σε μένα και σε σένα, δάσκαλε, δεν θα έχει απομείνει παρά ο δρόμος της αντίστασης ή της παραίτησης.


Το Αντικείμενο ως ακρωτηριασμένο Υποκείμενο...

" Humboldt once pointed out that if an artisan produces a beautiful object on command we may admire what he did but we despise what he is – he's a tool in the hands of others. If on the other hand he creates that same beautiful object out of his own will we admire it and him and he's fulfilling himself. It's kind of like study at school – I think we all know from our experience that if you study on command because you have to pass a test you can do fine on the test but two weeks later you've forgotten everything. On the other hand if you do it because you want to find out, and you explore and you make mistakes and you look in the wrong place and so on, then ultimately you remember. "

Noam Chomsky